ἀττάραγος

ἀττάραγος
Grammatical information: m.
Meaning: `crumb, morsel of bread ' (Ath.). τὸ ἐλάχιστον. οἱ δε τὰς ἐπὶ τῶν ἄρτων φλυκταὶνας. οἱ δε τὰς καλουμένας ψίχας H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Unknown. Certainly a loan word; Pre-Gr.?.
Page in Frisk: 1,182

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αττάραγος — ἀττάραγος και χος, ο (Α) 1. ψίχουλο ψωμιού 2. κάτι το εξαιρετικά ασήμαντο …   Dictionary of Greek

  • ἀττάραγος — crumb masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτταράγους — ἀττάραγος crumb masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτταράγων — ἀττάραγος crumb masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀττάραγοι — ἀττάραγος crumb masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀττάραγον — ἀττάραγος crumb masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.